Σούμποτιτς στο Yellow Radio 101,7: “Μεγάλη προσωπικότητα και φοβερός χαρακτήρας ο Ορτίθ, με σόκαρε ο θάνατός του”
O Λευτέρης Σούμποτιτς μίλησε στο Yellow Radio 101,7 και στην εκπομπή “Με το 10 το καλό” για τη δυστυχή είδηση του θανάτου του Χοσέ Πικουλίν Ορτίθ, μοιράζοντας ιστορίες από την εποχή που προπονούσε τον σπουδαίο Πορτορικανό κατακτώντας μαζί του το κύπελλο Κόρατς.
Αναλυτικά όσα δήλωσε στον Νίκο Παπαδόπουλο:
Για την απώλεια του Χοσέ Πικουλίν Ορτίθ: “Ήταν μεγάλο σοκ, περισσότερο επειδή τα τελευταία 2 χρόνια είμασταν σε επαφή, αυτός με είχε βρει στα social media, μου έκανε αίτημα φιλίας και μιλούσαμε. Όταν έμαθα ότι έφυγε από τη ζωή πήγα να διαβάσω ξανά αυτά τα μηνύματα και είδα ότι την τελευταία φορά του είχα στείλει χρόνια πολλά για τα γενέθλιά του πέρσι. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ γιατί πρόκειται για έναν πάρα πολύ καλό παίκτη και έναν πολύ καλό άνθρωπο, ο οποίος βοήθησε και μένα στην αρχή της καριέρας μου ως προπονητής γιατί κατακτήσαμε μαζί το κύπελλο Κόρατς και αυτό μου ανοίγει ακόμα και μέχρι σήμερα πόρτες για δουλειά σε πάγκους. Δεν ήταν μόνο η πολύ καλή απόδοσή του σε εκείνη τη διοργάνωση, αλλά και όλη η παρουσία του στην ομάδα τότε. Καθοδηγούσε τους παίκτες και τους μιλούσε με πολύ όμορφο τρόπο, ειδικά στον Μπόνι και στον Λιαδέλη που έκαναν τις περισσότερες ενέργειες στην επίθεση. Είχε έναν τρόπο σα να ήταν προπονητής για χρόνια. Φοβερός χαρακτήρας.”
Για το πως ένιωσε προπονώντάς τον: “Ήταν ένα πολύ μεγάλο όνομα, έκατσε λίγο καιρό στον Άρη όπως και σε όλες τις ομάδες που έπαιξε. Είχαμε μια περίοδο μετά την κατάκτηση του Κόρατς όπου η ομάδα ήταν απλήρωτη. Μου είπε τότε ότι δε θα ερχόταν στην προπόνηση. Του απάντησα ότι είναι σεβαστό αυτό που κάνει και του πρότεινα να έρθει στην προπόνηση αλλά να μη συμμετέχει στο παιχνίδι. Το κατάλαβε και ήρθε παρά το οικονομικό πρόβλημα. Είχε δεθεί με την ομάδα και πρόσφερε τα μέγιστα στον τελικό. Αυτός μαζί με τους Σάκλεφορντ, Μπόνι και Λιαδέλη μας έφεραν το, κατά τη γνώμη μου, πιο δύσκολο κύπελλο στην ιστορία του Άρη. Η ηρεμία και η σιγουριά του σε κάθε σημείο του παιχνιδιού ήταν καταπληκτική. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο μια πολύ μεγάλη προσωπικότητα.”
Για τον Μάριο Μπόνι που βρισκόταν τότε στην πόρτα της εξόδου: “Εγώ ήρθα τότε στην ομάδα τον Νοέμβριο και τη βρήκα σχεδόν έτοιμη. Όταν ήρθα εγώ στον Άρη, ο Μπόνι ήταν στην πόρτα της εξόδου μαζί με έναν ακόμα παίκτη που τελικά έφυγε. Στις πρώτες προπονήσεις ήταν πολύ αρνητικός. Είχε κλωτσήσει μια φορά τη μπάλα και τον έστειλα στην κερκίδα, ήθελε να ξαναπαίξει μετά και δεν τον έβαλα. Ήταν παίκτης που ήταν πολύ δύσκολο να τον ελέγξεις. Έπειτα με μπινελίκια (γέλια) και τη σωστή καθοδήγηση έγινε αυτό που έγινε. Με όλη την ειλικρίνεια, ο Μπόνι ήταν στην πόρτα της εξόδου γιατί όλοι μου έλεγαν ότι πήραμε 2 παίκτες που δεν προσφέρουν και θέλουμε να τους διώξουμε. Τους είπα να με αφήσουν 7-10 μέρες για να διαπιστώσω μόνος μου αν πρέπει να φύγει ή να μείνει. Είναι δύσκολο για έναν προπονητή να διαχειριστεί τόσους μεγάλους παίκτες, όση ποιότητα κι αν έχουν. Ο Άρης που πήρε το Κόρατς είχε πολύ μεγάλες προσωπικότητες. Δυστυχώς 2 δεν είναι πια εν ζωή. Είχαμε παίκτες που έπαιζαν για τη φανέλα όπως ο Λιαδέλης, ο Σιούτης, ο Αγγελίδης, ο Σταυρακόπουλος και ο Νικολόπουλος. Σε 30 χρόνια προπονητικής καριέρας δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχα ποτέ ξανά τέτοια ομάδα με 12 στρατιώτες.”
Για τη σημασία του ομαδικού πνεύματος μέσα σε ένα γκρουπ παικτών: “Ο καθένας έκανε τότε τη δουλειά του, δεν ήθελε να βάλει τους πόντους του ή το όνομά του μπροστά από την ομάδα. Αυτό είναι πολύ βασικό πράγμα. Σε οποιαδήποτε ομάδα του κόσμου, η φανέλα είναι πάνω απ’ όλους, προπονητές, παίκτες, παράγοντες και φιλάθλους. Αν εσύ έρχεσαι και βάζεις το όνομα σου πάνω από τη φανέλα και την ιστορία του συλλόγου, τότε δεν έχεις θέση στην ομάδα. Είναι φανερό πως ήρθες για να πάρεις τα λεφτά και να φτιάξεις τα στατιστικά σου για να πάρεις του χρόνου καλύτερο συμβόλαιο. Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός τι παίκτες παίρνεις.”
Για τη σημασία ύπαρξης ατόμων εντός του Άρη που να μπορούν να μεταδώσουν το ειδικό βάρος της ιστορίας της ομάδας στους παίκτες: “Ειδικά στους ξένους πρέπει από την πρώτη στιγμή που θα πατήσουν το πόδι τους στη Μακεδονία να ξέρουν που ήρθαν, εδώ δεν είναι παίξε γέλασε. Κάθε παιχνίδι, ακόμα και φιλικό, ή προπόνηση που δεν παίζεις καλά θα κρίνεσαι. Πρέπει να δέχεσαι αυτήν την κριτική. Όπως είπε ο Στηβ Γιατζόγλου ‘αν δεν αντέχεις τη ζέστη, βγες από την κουζίνα.’ Η φανέλα του Άρη είναι τόσο βαριά, όποιος δεν την έχει νιώσει δεν μπορεί να το καταλάβει. Ο Άρης υπήρχε και πριν έρθω εγώ και αρχίσει η χρυσή εποχή του. Υπήρχε μια βάση, μια προσωπικότητα και στον πάγκο και στο αγωνιστικό. Το κατάλαβα όταν στην τρίτη-τέταρτη προπόνησή μου ήρθε κόσμος να με δει. 500-600 άτομα ήταν στην κερκίδα και κάθε φορά που έβαζα καλάθι χειροκροτούσαν. Λέω ‘κάτσε που ήρθα’, εδώ δεν έχει παίξε γέλασε, εδώ πρέπει να δώσεις τα πάντα για την ομάδα. Αυτό σε φτιάχνει τόσο που δεν μπορείς να φανταστείς. Σκέφτεσαι όλη μέρα την ομάδα, την επόμενη προπόνηση και τον επόμενο αγώνα.
Κάποτε είχε πει ο Γιαννάκης ότι μισούσαμε να χάνουμε. Αν έβλεπες την προπόνηση του Άρη τότε, σκοτωνόμασταν. Αν μια ομάδα έχανε, περίμενε πως και πως για τη ρεβάνς την επόμενη μέρα. Αυτό θα πει ομαδικό πνεύμα, φανέλα και αγάπη για αυτό που κάνω. Εγώ ήρθα στον Άρη 30 χρονών, είχα μια καριέρα πίσω μου στη Γιουγκοσλαβία και την εθνική. Είμαι πολύ χαρούμενος που ήρθα στον Άρη και απέκτησα αυτό το πνεύμα. Μπορεί να το είχα κάπου μέσα μου αλλά δεν είχε καταφέρει κανείς να μου το ξυπνήσει πριν έρθω εδώ. Το ξύπνησε ο Ιωαννίδης, ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και όλα τα υπόλοιπα παιδιά.”


