Ο Άρης έχασε κατά κράτος τη μάχη των ριμπάουντ απέναντι στον ΠΑΟΚ, γεγονός που τον οδήγησε σε 20 λιγότερες κατοχές έναντι του αντιπάλου του.
Ένα κομμάτι του ντέρμπι το οποίο οι κιτρινόμαυροι γνώριζαν εξαρχής πως θα μπορούσε να αποβεί κρίσιμο για την τελική έκβαση του αγώνα ήταν αυτό της υπεροχής στον “αέρα” και στις δεύτερες μπάλες, καθώς ο ΠΑΟΚ διακρίνεται σε αυτόν τον στατιστικό τομέα όντας πρώτος στη λίγκα.
Στο παιχνίδι της Πυλαίας, το 47-27 με το οποίο ολοκληρώθηκε η αναμέτρηση είναι εκκωφαντικό και καταδεικνύει όχι μόνο την έφεση των ασπρόμαυρων στη συλλογή ριμπάουντ, αλλά και την αντίστοιχη αδυναμία του Άρη. 19/39 αμυντικά ριμπάουντ απώλεσαν οι κιτρινόμαυροι καθώς είχαν 20 αμυντικά “σκουπίδια”, ποσοστό λίγο κάτω από το 50% των διαθέσιμων δεύτερων κατοχών οι οποίες πήγαν εντέλει στην πλευρά των γηπεδούχων. 7 δεύτερες ευκαιρίες κατάφεραν να εξασφαλίσουν οι κιτρινόμαυροι.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως έτσι δε θα ήταν δυνατό για σχεδόν οποιαδήποτε ομάδα (σε οποιαδήποτε επιθετική-αμυντική βραδιά της ίδιας ή του αντιπάλου της) να φύγει με το διπλό από ένα ντέρμπι τέτοιων συνθηκών, αφού ακόμα κι αν τα περισσότερα λάθη του ΠΑΟΚ περιόρισαν μερικώς τη διαφορά (17-14), οι κατοχές παρέμειναν και πάλι σημαντικά περισσότερες για την ομάδα του Παντελή Μπούτσκου.
Για τον Άρη, ο Ελάιζα Μήτρου-Λονγκ με 7 ριμπάουντ ήταν ο μοναδικός που ξεπέρασε τον πήχη των 3 “σκουπιδιών”, την ώρα που οι τρεις ψηλοί του συνδυάστηκαν για μόλις 4 από αυτά (3 ο Αντετοκούνμπο, 1 ο Φόρεστερ, κανένα ο Τσαϊρέλης). Στον αντίποδα, 13 ριμπάουντ συνέλεξαν οι Ομορούγι-Μουρ (7 και 6 αντίστοιχα), με τον Μπέβερλι να αποτελεί τον κορυφαίο “σκουπιδιάρη” του ματς με 8 ριμπάουντ.


