Ποδόσφαιρο

«Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά…»

Το παρακάτω (ελάχιστο) αφιέρωμα συμπλήρωσε σχεδόν ένα χρόνο ζωής, από την στιγμή δηλαδή, σαν σήμερα, ο θρυλικός οπαδός του Άρη, Νίκος Κουκ, «έφυγε» από την ζωή.

Δημοσιεύτηκε από τους Γιώργο Αντωνόπουλο και Πάνο Τσίκαλα για λογαριασμό του περιοδικού HUMBA στο τεύχος #34, τις δύσκολες πρώτες ημέρες μετά τον «χαμό» του, που σκόρπισε την θλίψη στους οπαδούς του Άρη αλλά και την Ελληνική και όχι μόνο οπαδική σκηνή.

Ο μοναδικός στόχος είναι διάδοση της οπαδικής κουλτούρας που πρέσβευε ο Κουκ, αυτή που θα συντροφεύει για πάντα όποιον και οποία θέλει να έχει τον τίτλο του οπαδού, με τις αξίες και τον ρομαντισμό που αρμόζει.

Στις 15 προς 16 Αυγούστου, μετά από ένα παιχνίδι θρίλερ για τον Άρη, έφυγε από τη ζωή ο Νίκος ο Κουκ, μια από τις πιο εμβληματικές οπαδικές φιγούρες όχι μόνο του Άρη αλλά συνολικά του κόσμου των γηπέδων. Εργάτης, προλετάριος, εργάτης σε βιοτεχνία με ταξική συνείδηση, πάνκης, λάτρης της σκληρής μουσικής, οπαδός, του Άρη, της Μπόκα, της Αργεντινής, του δρόμου, της πλατείας, των καταλήψεων, των στεκιών, της νύχτας της Θεσσαλονίκης. Έχοντας ζήσει τα 80’s και τα 90’s από την άγρια πλευρά τους, στο έπακρο, οι ιστορίες που τον συνοδεύουν είναι αναρίθμητες. Και αναδεικνύουν τις πτυχές μιας προσωπικότητας εκρηκτικής. Μια προσωπικότητας που συνδύαζε την μητροπολιτάνικη αγριότητα, την old school αισθητική και την ψυχή ενός μικρού παιδιού. Με το τελευταίο του ταξίδι, ο Νίκος κατάφερε κάτι μοναδικό. Κατάφερε να ενώσει κόσμο των γηπέδων (για όσους είχαν ή έχουν την παραμικρή ενασχόληση με το οπαδικό, γνωρίζουν το πόσο δύσκολο είναι κάτι τέτοιο), να ενώσει αρκετούς συνδέσμους διαφορετικών ομάδων, «αντίπαλους» οπαδούς, σε μια χαρακτηριστική ένδειξη αλληλοσεβασμού και ανθρωπιάς. Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο ωραίος τύπος…

   Για το τελευταίο ταξίδι του Κουκ μίλησαν πολλοί άνθρωποι… Φίλοι, γνωστοί, αντίπαλοι του ενενηντάλεπτου και μόνο, άνθρωποι που τον γνώριζαν προσωπικά ή και όχι. Σύσσωμο το οπαδικό κίνημα του Άρη, ο Super3, οι Ιερολοχίτες, άλλες ομάδες, μεμονωμένοι οπαδοί, η Αντιφασιστική Δράση Οπαδών Άρη, ακόμα κι αν αυτό ξενέρωσε κάποιες θλιβερές μειοψηφίες, έβγαλαν ανακοινώσεις, κρέμασαν πανό για τον Νίκο, έκαναν το πολύ χαρακτηριστικό γκράφιτι στο Βικελίδης, αποφάσισαν να μην κρεμαστούν άλλα πανιά στο γήπεδο μέχρι τα σαράντα, τίμησαν τη φυγή του με κάθε τρόπο… Σύνδεσμοι άλλων ομάδων, όπως κάποιοι σύνδεσμοι της Θύρας 13, η Αυτόνομη θύρα 10, οι Πάνθηρες, οι Αντιναζί οπαδοί των Ιωαννίνων, οι Fentagin, οι Austrian Boys του Βόλου, οι Rossoneri της Καλαμαριάς, μεμονωμένοι οπαδοί άλλων ομάδων, οι οπαδοί της Σεντ Ετιέν, της Ντόρτμουντ, πάνκιδες, αναρχικοί, κομμουνιστές, αλλά και επίσημοι φορείς, ποδοσφαιριστές και αθλητικά τμήματα, ένωσαν τις φωνές τους για να τιμήσουν την μνήμη του Κουκ, σ’ αυτό το τελευταίο του ταξίδι…

   Ο Νίκος ήταν και παραμένει η σημαία του οπαδικού κινήματος του Άρη. Όσες ιστορίες και να αφηγηθεί κάποιος, είναι λίγες για να παρουσιάσουν τον τρόπο με τον οποίο ζούσε αυτός ο άνθρωπος. Ιστορίες που αφορούν το γήπεδο, τα ταξίδια του ακόμα και στην λατινική Αμερική, τις πανκ συναυλίες, εκείνες τις πορείες από τις δύσκολες που ο πολύς ο κόσμος ήταν σφιγμένος, τις εκδρομές που έκανε όλους τους γύρω του να νιώθουν σίγουροι και ασφαλείς, αμέτρητες… Για τους παρίες του γηπέδου που ακόμα κι αν δεν τον γνώριζαν προσωπικά, ήξεραν ποιος είναι, έπιαναν την αύρα του στο πέταλο. Ιστορίες από καταλήψεις, από στέκια, από την underground νύχτα της Θεσσαλονίκης… Είναι τόσες, που περνούν στη σφαίρα του μύθου και διαδίδονται προφορικά στις κουβέντες και τις παρέες. Μετά τη φυγή του, όπως φάνηκε όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Αθήνα, τα Γιάννενα, την Κρήτη και εκτός των συνόρων… Ιστορίες που αν συλλέγονταν όλες και επιβεβαιώνονταν, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιογραφικό βιβλίο. Κάποιες μόνο ιστορίες, ενδεικτικές που αξίζει να διαβαστούν λοιπόν…

   Πόσους φτωδιάβολους, ανθρώπους που πραγματικά δεν είχαν ούτε ένα ευρώ στην τσέπη, που δεν είχαν φάει τίποτα όλη μέρα, τους έβαζε τζάμπα στα γήπεδα. Και στο Χαριλάου και στο Παλέ και στα εκτός έδρας. Ανθρώπους που μπορεί να μην ήξερε, που μπορεί πρώτη φορά να μίλησε μαζί τους και να μην ξαναμίλησαν ποτέ, όχι μόνο γνωστούς του. Μια φορά δύο τέτοιοι τύποι, σε (αναβληθέντα εν τέλει) αγώνα του Άρη με τον Π.Α.Ο.Κ. στο μπάσκετ, έξω από το Παλέ του είπαν πως θέλουν να μπουν αλλά όταν πηγαίνουν να πηδήξουν κάτι κιγκλιδώματα, οι σεκιουριτάδες τους έδιωχναν. Ρώτησαν, αν μπορεί να τους βάλει αυτός. Τότε ο Νίκος απάντησε με την χαρακτηριστική ευαισθησία του και το ιδιαίτερο χιούμορ του, πως θα το κάνει γιατί «Έχουμε και ένα πρόσωπο στην κοινωνία»… Με ένα μόνο βλέμμα του, στους σεκιουριτάδες διασφάλισε πως τα παιδιά θα μπουν και μετά απομακρύνθηκε…Κι αυτό το έκανε αμέτρητες φορές για πολλούς… Σε άλλα τόσα πιτσιρίκια που δεν είχαν χαρτζιλίκι, έδινε μπλούζες και κασκόλ…

   Σε έναν αγώνα, στα δύσκολα χρόνια της β’ εθνικής, ο Άρης έπαιζε με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς εκτός έδρας. Η μέρα ήταν πολύ βροχερή και όταν μια παρέα πήγε να μπει χωρίς εισιτήρια στη θύρα των οπαδών του Άρη, οι σεκιουριτάδες τους έκαναν μανούρες. Εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν πως δεν πρόκειται να πληρώσουν ένα δεκάευρο ο καθένας για να μπουν. Ο Κουκ άκουσε τον καβγά και είπε στους σεκιουριτάδες να τους αφήσουν. Εκείνοι έκαναν τους δύσκολους κάνοντας επίκληση στα χρόνια που γνωρίζουν τον Γέρο. Τότε ο Κουκ είπε πως το να λες ότι ξέρεις κάποιον δεν φαίνεται στα λόγια. Αν όντως τον ξέρουν πρέπει να το δείξουν στην πράξη και να αφήσουν τα παιδιά να μπουν έτσι. Τελικά τα παιδιά μπήκαν…

   Στις 6 Δεκέμβρη του 2009, ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, η πορεία ξεκίνησε να δέχεται καταστολή πριν καν ξεκινήσει από την Καμάρα. Λίγο πριν φτάσει στο υπουργείο, χτυπήθηκε λυσσαλέα από τα ΜΑΤ και τα μπλοκ άρχισαν να διαλύονται. Εκατοντάδες μπήκαν σε πολυκατοικίες και ανέβηκαν στις ταράτσες, ενώ πολύς κόσμος ήταν κάτω περικυκλωμένος. Μετά από την παρέμβαση δικηγόρων (και συμβουλών από αυτούς προς τους διαδηλωτές, να αφήσουν στις ταράτσες, καδρόνια, μάσκες και ότι άλλο μπορούσε να προκαλέσει τα όργανα της τάξης), άρχισε ο κόσμος να κατεβαίνει κάτω. Μουδιασμένοι, φοβισμένοι, χτυπημένοι και γεμάτοι μαλόξ, με κατακκόκινα μάτια, περνούσαν μέσα από διμοιρίες που τους έβριζαν και τους κλωτσούσαν. Ο Νίκος κατέβηκε με το καδρόνι του. Αγέρωχος και περήφανος. Έκπληκτος ένας ΜΑΤάς, αποκαλώντας τον Κουκ (!), του είπε να το πετάξει. Τότε εκείνος έβγαλε την μαυροκόκκινη σημαία, την έκρυψε στο τσαντάκι του και πέταξε το καδρόνι με δύναμη πάνω στο όργανο της τάξεως. Έπεσαν όλοι πάνω του. Όμως εκείνος βγήκε όρθιος, χαμογελαστός και περήφανος που δεν του είχαν πάρει τη σημαία… Αυτός ήταν ο Νίκος ο Κουκ…Ο Γέρος που ήταν παλληκάρι…

   Ήξερε να συζητάει και να ακούει. Μέχρι και το τέλος όμως, όταν πίστευε κάτι, το έλεγε και ήταν αυτό. Χωρίς υπεροψία αλλά με τη σιγουριά των πιστεύω του. Και με την χαρακτηριστική ξεροκεφαλιά του. Έβλεπε νεότερους οπαδούς, με μοϊκάνες και μακριά μαλλιά και χαμογελούσε. Αργότερα τον ρώτησε ένας μοϊκάνος, για ποιο λόγο χαμογελούσε τότε. Ο Γέρος απάντησε με το χαμόγελο εκείνο πάλι, πως το έκανε γιατί ήταν χαρούμενος. Γιατί 15 χρόνια στο σωματείο έσπερνε τη ροκ κουλτούρα μέσα στους λαϊκούς και τελικά είδε αποτελέσματα. Ο ίδιος μοϊκάνος, κάποια στιγμή κουρεύτηκε και έγινε σκινάς. Όταν τον είδε ο Κουκ, μάλωσαν γιατί πίστευε ότι από skinhead απέχει μόνο ένα βήμα για να καταλήξεις φασίστας… Χρειάστηκε καιρό και πολλοί ενδιάμεσοι για να κάνει στην άκρη η ξεροκεφαλιά και να επέλθει η συμφιλίωση….

   O Γέρος ήταν ο οπαδός που πήγαινε να υποδεχτεί τους Αργεντινούς ποδοσφαιριστές του Άρη γιατί γούσταρε την Αργεντινή σαν απελευθερωτική παρτίδα. Εκείνος που κάθε σπιθαμή της Θύρας 3, τον γνώριζε όσο κανέναν. Που κρεμούσε σημαίες με τον Τσε, σημαίες της Αργεντινής και της Μπόκα, σημαίες αντιφασιστικές. Που έκανε χιλιάδες χιλιόμετρα για τον Άρη και πάντα στεκόταν ορθός απέναντι στα Ματ, σ’ εκείνους που θεωρούσε εκπροσώπους των καταπιεστών αυτού του κόσμου. Που ακόμα και όταν τον χτυπούσαν πολύ, γελούσε σαν να τους έλεγε «δεν με νοιάζει ρε γουρούνια». Πόσοι πιτσιρικάδες είχαν ακούσει ιστορίες για την πιο χαρακτηριστική φιγούρα του πετάλου, νιώθοντας σίγουροι όταν τον είχαν δίπλα τους. Σαν να είχε έναν μαγικό τρόπο να μεταφέρει την πίστη στα ιδανικά του και σε άλλους ανθρώπους, ακόμα και με ένα βλέμμα και μόνο.

   Ο κόσμος που στάθηκε δίπλα του στα οδοφράγματα της εξέγερσης του 2008 μπορεί να το επιβεβαιώσει.  Όπως και ο κόσμος που στάθηκε δίπλα του σε όλες της πορείες για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, στις συγκρούσεις έξω από το γήπεδο, στις δύσκολες εκδρομές, σε απλές μέρες και νύχτες για μια μπύρα. Άνθρωπος απλός και οπαδός ρομαντικός. Δεν είχε κανένα υλικό κέρδος από την ενασχόληση του με το οπαδικό. Και η ενασχόληση αυτή ήταν αγνή και καθολική. Όλη του η ζωή και γι’ αυτό δεν θέλησε ποτέ να την σπιλώσει. Πολλές είναι οι φορές που ενδιαφέρθηκε και για αντιπάλους οπαδούς. Ίσως ο Κουκ είναι ένα παράδειγμα της στάσης που πολλοί ευαγγελιζόμαστε και επικαλούμαστε, αλλά είναι πολύ δύσκολο να την δούμε ζωντανή στην πράξη. Την πάλη και την εναντίωση της κουλτούρας που επιβάλει το μοντέρνο ποδόσφαιρο.

   Όταν ο Κουκ αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι σε μία από τις πολλές περιπλανήσεις του, στην οποία θα έμενε για καιρό, οι οπαδοί του ΠΑΣ Γιάννενα σήκωσαν ένα πανό που έγραφε «Σεβασμός στις εμβληματικές φιγούρες, καλή περιπλάνηση Γερό – Κουκ». Τέτοια ταξίδια έκανε πολλά και στην Λατινική Αμερική για να ζει, αυτή την απελευθερωτική κουλτούρα… Ταξίδευε παντού όμως και για να δει τον Άρη. Έκανε πολλά από τα χρόνια της πρώτης νιότης του. Τρέλες που σήμερα δεν θα διανοούνταν να τις κάνει κανείς. Η ιστορία που τον θέλει να μπαίνει στην κερκίδα των φιλοξενουμένων σε αγώνα Άρης – Ολυμπιακός, είναι από την αρχή μέχρι το τέλος της αληθινή. Όπως και η μάχη που έδωσε για ώρα με τα MAT μέχρι στο τέλος να τον χτυπήσουν πολύ και να τον μεταφέρουν σηκωτό και ημιλιπόθυμο στην κερκίδα που βρίσκονταν οι οπαδοί του Άρη.

   Στην κηδεία του Νίκου, ένας φίλος του είπε, πως ο Γέρος ήταν all around παίκτης. Και ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν πολύ ενδεικτικός για τη ζωή του Κουκ. Δεν περιοριζόταν στα στενά οπαδικά όρια… Τον Νίκο μπορούσε κάποιος να τον βρει σε συναυλίες πανκ, σε συναυλίες μέταλ, σε συναυλίες σκληρού ροκ, σε μπαρ της πόλης, σε καταλήψεις, σε διαδηλώσεις και πορείες… Ένας άλλος άνθρωπος που τον είχε ζήσει για πολλά χρόνια έγραψε πως έζησε για πολλά χρόνια στην πιάτσα και στους δρόμους της πόλης και ότι αυτό το πράμα που συνέβαινε με τον Κουκ δεν συνέβαινε με κανέναν άλλον άνθρωπο. Είχε την πλήρη, καθολική και χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση αναγνώριση και αποδοχή και από φίλους και από εχθρούς. Ένα φαινόμενο μάλλον μοναδικό. Σε όποιο σημείο και να βρισκόταν ο Γέρος, οι πάντες περνούσαν να υποβάλουν τα σέβη τους, φυσικά χωρίς να το έχει απαιτήσει αυτό ποτέ. Μόνος του ένοιωθε ο κόσμος την ανάγκη να πάει να τον μιλήσει. Όλοι οι άνθρωποι που έστω και λίγο τον είχαν ζήσει το έβλεπαν αυτό να συμβαίνει κάθε φορά. Είχε μια ζωή γεμάτη και του άρεσε να δημιουργεί ωραίες καταστάσεις…

   Μια τέτοια ωραία κατάσταση, είναι η ιστορία που κλείνει αυτό το μικρό, ελάχιστο αφιέρωμα στον Γέρο… Σε ένα ταξίδι με το βραδινό (το φτηνό) τρένο, κάποια παιδιά ταξίδευαν για πολιτικό λίγο από την Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Ταξίδευε κι ο Νίκος γιατί ήθελε να πάει σε μια συναυλία. Έκατσε στο κυλικείο, και έπιασε κουβέντα με έναν πιτσιρικά οπαδό του Παναθηναϊκού (σεβόταν τους αντίπαλους οπαδούς, όταν ήταν εντάξει και ποτέ δεν μιλούσε με υπεροψία). Τα παιδιά έκατσαν κι αυτά στο κυλικείο μαζί με άλλους, όχι τόσο συμβατικούς επιβάτες, και άρχισαν να πίνουν ποτά που είχαν μαζί τους, να καπνίζουν, να τραγουδούν και να συζητούν όλοι μαζί σαν μια μεγάλη παρέα. Κι ο Νίκος μαζί. Ήρθε ο υπεύθυνος με την απαραίτητη κομπανία, να επιβάλει την τάξη και να πει πως όλα αυτά απαγορεύονταν. Έγινε μια ψιλομανούρα, μέχρι που ο Νίκος σηκώθηκε, κοίταξε με το βαθύ βλέμμα που τον χαρακτήριζε, και είπε στον υπεύθυνο ότι αυτό θα συνεχιστεί γιατί όλοι περνούν καλά. Και να μην ξαναέρθει να τους ενοχλήσει. Κι έτσι το μίνι πάρτι συνεχίστηκε. Με τον Κουκ να πίνει το ποτό του, να καπνίζει με απόλαυση και να χαμογελάει γεμάτα… Όπως χαμογελούσε πολλές φορές στα πέταλο… Αυτός ήταν ο Νίκος ο Κουκ…

   Αυτός ήταν ο Νίκος ο Κουκ, άνθρωπος με μπέσα, ξηγημένος, καλόψυχος και προσγειωμένος, αγνός και αληθινός, μέχρι το τέλος. Μια κρητική μαντινάδα λέει, «όποιος κάνει δεν μιλά κι όποιος μιλά δεν κάνει». Κι ο Νίκος μιλούσε σπάνια. Και πάντα όταν ήταν απαραίτητο να μιλήσει. Ο άνθρωπος που έβαλε την σπορά στο οργανωμένο οπαδικό κίνημα του Άρη… Ο άνθρωπος για τον οποίο οι Ιερολοχίτες έγραψαν πως η ψυχή του θα είναι οδηγός τους. Ο άνθρωπος για τον οποίο ο Super 3 αφιέρωσε στίχους του Νικόλα Άσιμου για να αποχαιρετήσει τον μπαγάσα, στο τελευταίο του ταξίδι. Ο άνθρωπος που πραγματικά του αξίζει ο σεβασμός όλους του κόσμου. Ο άνθρωπος που τελικά έκανε τόσους πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, αντιπάλους του 90λεπτου να ενώσουν τις φωνές τους και να τον αποχαιρετήσουν με υπερηφάνεια επειδή είναι κι αυτοί παιδιά του οπαδικού κινήματος. Κι αυτό ήταν ένα ελάχιστο αφιέρωμα στην μνήμη του… Καλό του ταξίδι…

Υ.Γ: Ευχαριστούμε όλους εκείνους που τον είχαν ζήσει και μίλησαν, αφηγήθηκαν κι έγραψαν για τον Νίκο. Πραγματικά το αξίζει…

Υ.Γ./1: Κουκ ζωντανός για πάντα ΑΡΕΙΑΝΟΣ…

YellowRadio.gr

Το ειδησεογραφικό Site για τους Αρειανούς. Από οπαδούς για οπαδούς!

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button