ΓενικάΜουσική

Killing Joke: Οι χοροί της φωτιάς… (Μέρος Α΄)

Με την ανακοίνωση της κυκλοφορίας του ΕΡ Lord Of Chaos από τους Killing Joke, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να γράψω ένα εκτεταμένο κείμενο σχετικά με αυτό το συγκρότημα, το οποίο με συνοδεύει από τις αρχές των eighties μέχρι σήμερα και για το οποίο λίγο έλλειψε να ανοίξω συναυλία.

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας:

Λόγω της έκτασης του κειμένου, θα το κάνω σε συνέχειες, επειδή, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, εκτός από την πληθώρα κυκλοφοριών και συμβάντων, δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο σύνολο αγοριών που απλώς αποφάσισαν να κάνουν μουσική. Η κυκλοφορία αυτή, είναι η πρώτη τους εδώ και επτά χρόνια και πέρα από το τραγούδι ‘Lord Of Chaos’ και άλλο ένα με τίτλο ‘Total’, θα συμπεριλαμβάνονται επίσης το ‘Big Buzz (Motorcade Mix)’, το ‘Delete In Dub (Youth’s Disco 45 Dystopian Dub)’ από το φοβερό τελευταίο τους άλμπουμ Pylon καθώς και άλλα δύο.

Killing Joke

Ο Jeremy “Jaz” Coleman γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1960 στο Cheltenham του Gloucestershire από μητέρα που ανήκει σε ανώτερη ινδική κάστα και Άγγλο πατέρα. Διακρίθηκε από μικρός στο βιολί και υπήρξε μέλος χορωδίας.

Το 1978 βρέθηκε να παίζει πλήκτρα στο συγκρότημα Matt Stagger, όπου γνώρισε τον ντράμερ Paul Ferguson. Αυτό που τους έφερε κοντά, ήταν η αγάπη τους για της μαγεία και τον αποκρυφισμό. Ήταν μια εποχή που ο χιπισμός είχε πλέον ξεπεραστεί και αρκετοί στην Αγγλία ψαχνόντουσαν με άλλα πράγματα, όπως ο σαμανισμός. Εγώ, ακόμα και σήμερα, έχω κάποιους Άγγλους φίλους που είναι Wiccans, ακολουθούν δηλαδή μια σύγχρονη παγανιστική θρησκεία.

Όπως εξηγεί ο Ferguson: «Μεγάλωσα ακούγοντας Black Sabbath και Led Zeppelin και ήταν φυσικό να έχω τέτοιες αναζητήσεις». Ενώ ο Jimmy Page έχει δηλώσει για τη σχέση των Killing Joke με το μυστικισμό: «Αυτό που σε περιβάλλει όταν είσαι μικρός, κάποια μέρα θα βγει από μέσα σου». Ο ίδιος είναι εραστής των συμβόλων της αρκάνας και διατηρεί φιλικές σχέσεις με το συγκρότημα.

Killing Joke

Όταν οι Cole και Ferguson αποχώρησαν από τους Matt Stagger, δημιούργησαν τους Killing Joke και, όπως λέει ο Ferguson, μια μέρα σχημάτισαν στο δάπεδο μια πεντάλφα και πραγματοποίησαν μια τελετή προκειμένου να βρουν άλλους δύο μουσικούς. Τους βρήκαν μετά από λίγες μέρες, τον Ιούνιο του 1979,  μέσω μιας αγγελίας: ήταν ο κιθαρίστας Geordie Walker και ο μπασίστας Martin Glover (γνωστός και ως Youth). Μάλιστα ο Walker τους ξεκαθάρισε ότι «Μπορεί να μην έχω παίξει με συγκρότημα αλλά είμαι ο καλύτερος του κόσμου». Και όταν εκείνοι τον ρώτησαν που είχε παίξει, εκείνος τους απάντησε, «Στην κρεβατοκάμαρά μου».

Ο Coleman έχει πει ότι ο λόγος ύπαρξης των Killing Joke ήταν να «ορίζουν τη θαυμάσια ομορφιά της πυρηνικής εποχής με βάση το στυλ, τον ήχο και τη μορφή» και ότι το όνομα Killing Joke, «είναι όπως οι άνθρωποι που βλέπουν στην τηλεόραση τους Monty Python και γελούν με αυτό που βλέπουν, ενώ στην πραγματικότητα γελούν με τον εαυτό τους. Είναι όπως ένας στρατιώτης στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: βρίσκεται στο χαράκωμα, ξέρει ότι η ζωή του έχει πλέον τελειώσει και ότι μέσα στο επόμενο δεκάλεπτο θα κείτεται νεκρός… και ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι τον έχει ξεκάνει κάποιο μουνόπανο στην κυβέρνηση – “Γιατί το κάνω αυτό; Δεν θέλω να σκοτώσω κανέναν, απλώς με ελέγχουν”».

Killing Joke

Η πρώτη εμφάνιση των Killing Joke έγινε στις 4 Αυγούστου 1979 όταν άνοιξαν για τους Ruts και τους Selecter. Εμφανισιακά, θα μπορούσαν να είναι ακόμα ένα post punk συγκρότημα, αν ο Coleman δεν έβαφε το πρόσωπό του με έντονο makeup, σαν δρυίδης, προβληματίζοντας το κοινό για τις προθέσεις του.

Ένα μήνα αργότερα ίδρυσαν τη δική τους δισκογραφική εταιρεία, την Malicious Damage (αργότερα θα μεταπηδούσαν στην progressive EG Records – King Crimson, Roxy Music, Robert Fripp, Brian Eno κ.α.), μαζί με τον γραφίστα Mike Coles, ούτως ώστε να διαχειρίζονται οι ίδιοι τη μουσική τους.

Έτσι στις 26 Οκτωβρίου 1979, κυκλοφόρησαν επίσημα σε επτάιντσο το πρώτο τους ΕΡ “Turn to Red”, το οποίο έπαιξε ο John Peel αρκετές φορές στην εκπομπή του, ενώ κάλεσε το συγκρότημα να ηχογραφήσει και ένα John Peel Session που βγήκε στον αέρα στις 29 Οκτωβρίου. Αμέσως, κατέφθασε η Island Records και δυο μήνες αργότερα επανακυκλοφόρησε το “Turn to Red” σε 12” EP (γνωστότερο ως “Almost Red”).

Killing Joke

Τον Οκτώβριο του 1980 κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ των Killing Joke με τίτλο το όνομά τους, ηχογραφημένο ζωντανά στο στούντιο σε διάστημα δυο εβδομάδων. Σε αυτό, ο ήχος του ΕΡ έγινε πιο πυκνός, πιο επιθετικός και πιο κοντά, ίσως, στο heavy metal. Η NME είχε γράψει τότε ότι «ακούγονται σαν τους Siouxsie & the Banshees χωρίς την συναρπαστική, ανήθικη φαντασία».

Το εξώφυλλο του άλμπουμ ήταν μια δημιουργία βασισμένη σε μια φωτογραφία του Don McCullin που έδειχνε μερικούς νεαρούς Ιρλανδούς διαδηλωτές ενώ προσπαθούν να ξεφύγουν από τα δακρυγόνα του βρετανικού στρατού στη διάρκεια ταραχών στο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας, στις 8 Ιουλίου 1971, που είχαν ως αποτέλεσμα τη δολοφονία δυο αμάχων από τους Βρετανούς.

Οι στίχοι του άλμπουμ ήταν γραμμένοι από τους Coleman και Ferguson που μέσω αυτών εξέφραζαν τις απόψεις τους για θέματα όπως η πολιτική, ο θάνατος, η υποκρισία, η ανθρώπινη φύση, η ρύπανση και η εξορία.

Με επίκεντρο το επικό “Wardance” (το εξώφυλλο του σινγκλ απεικονίζει τον Fred Astaire να χορεύει μέσα σε ένα πεδίο μάχης) διακήρυσσαν την οργισμένη τους θεώρηση των πραγμάτων, με επίκεντρο τους σφιχτούς, παλλόμενους, μεταλλικούς ρυθμούς των τυμπάνων τους. Ήταν μουσική διαμαρτυρίας και τα περισσότερα τραγούδια του άλμπουμ παίζονταν στις ζωντανές εμφανίσεις τους μέχρι την εμφάνιση του Covid.

Killing Joke

Σύμφωνα με τον Coleman, στις πρόβες έψαχναν έναν τρόπο για να αξιοποιήσουν την ενέργεια του χώρου και την 1 Φεβρουαρίου του 1981, κατάφεραν τελικά να βιώσουν μια εξωσωματική εμπειρία επί σκηνής: «Παίζαμε στο Hexagon του Reading σε μια συναυλία με έναν τύπο που έκανε κάτι τελετουργικά και κατάπινε φωτιές. Ο χώρος ήταν γεμάτος και γινόταν της τρελής. Ξαφνικά, ενώ παίζαμε, όλα άρχισαν να κινούνται αργά και υπήρξε απόλυτη σιωπή. Ήταν θαρρείς και το κοινό κουνιόταν ρυθμικά κάτω από το νερό. Έπειτα, σαν ένα κύμα, όλα συνετρίβησαν ξανά στην πραγματικότητα και επιστρέψαμε στην τρέλα. Ήταν συλλογικό – το βίωσε όλο το συγκρότημα. Μιλάμε για αυτό εδώ και 30 χρόνια και έχω γράψει αναλύοντας σε βάθος την εμπειρία. Βασικά, βρισκόμασταν σε ένα μαγνητικό πεδίο που προκάλεσε αυτό το πολύ παράξενο φαινόμενο. Το έχω συζητήσει με ανθρώπους όπως ο Uri Geller και ο Jimmy Page που είχαν βιώσει παρόμοιες εμπειρίες».τραγούδι

Το άλμπουμ Killing Joke έφτασε μέχρι την 39η θέση των βρετανικών τσαρτ επηρεάζοντας μουσικούς όπως οι Metallica, οι οποίοι το 1987 διασκεύασαν το τραγούδι των Killing Joke “The Wait”, ενώ δέκα χρόνια αργότερα οι Foo Fighters θα διασκεύαζαν το “Requiem”.

Killing Joke

Οκτώ μήνες αργότερα, κυκλοφόρησαν το δεύτερο άλμπουμ τους, What’s THIS For…!, επίσης σε δική τους παραγωγή, που στις 4 Ιουλίου έφτασε στην 42η θέση των  τσαρτ. Αυτή την φορά ο ήχος τους ήταν πιο ελαφρύς και πιο ευρύς από το πρώτο τους δίσκο, ενώ είχαν για ραχοκοκαλιά τα τύμπανα του Ferguson (ακούστε και το προσωπικό του άλμπουμ, Virtual Control που κυκλοφόρησε πέρσι, με τον MGT). Για όποιον θέλει να τρελαθεί, αυτό είναι το άλμπουμ που θα τον βοηθήσει να κατέβει στο υπόγειο, με τραγούδια όπως το “Madness” ή το “Fall of Because”. To What’s THIS For…! δεν είναι τόσο άψογο όσο το πρώτο τους, αλλά περιέχει μερικά αριστουργήματα.

Ακολούθησε μια εκτεταμένη περιοδεία στην Βρετανία, η οποία προσέλκυσε τόσο ένα post punk κοινό, όσο και οπαδούς του heavy metal. Κάτι που τράβηξε την προσοχή και έκανε αντιληπτό το μαύρο χιούμορ του συγκροτήματος, ήταν οι αφίσες, τα εξώφυλλα (όπως αυτό του “Wardance”), και τα σκηνικά στις συναυλίες τους, με εικόνες συχνά συγκλονιστικές και εμπρηστικές.

Killing Joke

Το 1982, οι Killing Joke  ηχογράφησαν στην Γερμανία το άλμπουμ Revelations με παραγωγό τον Conny Plank. Ο Conny Plank είχε δουλέψει με krautrock μπάντες όπως οι Neu! στο ομώνυμο άλμπουμ  τους του 1972, στο Autobahn των Kraftwerk το 1974 και στο Deluxe των Harmonia το 1975, αλλά είχε ηχογραφήσει και πέντε άλμπουμ με τον Dieter Moebius. Αργότερα, μετά τους Killing Joke, συνεργάστηκε με τους Eurythmics και τους Ultravox.

Το Revelations κυκλοφόρησε λίγο πριν ο Coleman αυτοεξοριστεί στην Ισλανδία πιστεύοντας ότι ερχόταν η Αποκάλυψη και το άλμπουμ έφτασε μέχρι το νούμερο 12 στα τσαρτ. Για όποιον είχε ακούσει τους τρεις δίσκους, γινόταν αισθητό ότι το συγκρότημα κατέρρεε και αυτό κατέληξε να είναι το τελευταίο τους άλμπουμ με την αρχική σύνθεση ως το 2010 που τα τέσσερα αρχικά μέλη επανασυνδέθηκαν για ηχογραφήσουν το Absolute Dissent.

Στο Revelations υπάρχει μια ανισότητα στις δύο πλευρές, με την δεύτερη να είναι πιο αδύναμη, ενώ σίγουρα θα το απολαύσουν όσοι ασχολούνται με τον αποκρυφισμό, και αυτό επειδή τα μέλη του συγκροτήματος, ιδιαίτερα ο Coleman, είχαν «κολλήσει» με τα έργα του Aleister Crowley.

Εδώ κλείνει η πρώτη περίοδος του συγκροτήματος.

Τον Φεβρουάριο του 1982, ο Coleman μετακόμισε στην Ισλανδία. Λίγο αργότερα τον ακολούθησε ο Walker για να βιώσουν μαζί την Αποκάλυψη που, όπως είχε προβλέψει ο πρώτος, θα συνέβαινε σύντομα. Ενώ βρίσκονταν στην Ισλανδία, συνεργάστηκαν με μουσικούς του συγκροτήματος Þeyr στο έργο Niceland.

Στην Ισλανδία, ο Coleman άρχισε να ψάχνει τον εσωτερικό του κόσμο, αναζητώντας μια απάντηση αν ήταν «ένας καλός ή ένας κακός άγγελος», επισκέφθηκε τον 700.000 ετών παγετώνα Snæfellsjökull και μελέτησε αρχαία σκανδιναβικά κείμενα.

Killing Joke

Στο μεταξύ, ο Youth, που είχε μείνει στην Αγγλία και που, σύμφωνα με τον ίδιο, κατανάλωνε πλέον μεγάλες ποσότητες LSD, εγκατέλειψε το συγκρότημα έπειτα από λίγους μήνες. Στη συνέχεια ξεκίνησε τους Brilliant μαζί με τον Ferguson, αλλά ο τελευταίος αυτομόλησε και ταξίδεψε στην Ισλανδία και πάλι ως μέλος των Killing Joke, με τον νέο τους μπασίστα, Paul Raven.

Με αυτή την νέα προσθήκη στην σύνθεση, το 1983 οι Killing Joke κυκλοφόρησαν το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο Fire Dances, το οποίο σκαρφάλωσε ως το νούμερο 29 στη Βρετανία και γέννησε το σινγκλ (και το πρώτο βίντεο κλιπ της μπάντας) “Let’s All Go (To The Fire Dances)”.

Killing Joke

Την επόμενη χρονιά προσέλαβαν τον παραγωγό Chris Kimsey που είχε συνεργαστεί με τους Rolling Stones και τους Led Zeppelin, για την κυκλοφορία των σινγκλ “Eighties” τον Απρίλιο του 1984 και “A New Day” τον Ιούλιο του 1984.

Η επιρροή που ασκούσε ο ήχος των Killing Joke σε άλλα συγκροτήματα ήταν τόσο μεγάλη που αργότερα οι Nirvana παραδέχτηκαν ότι το ριφ του “Come As You Are” το είχαν κλέψει από το “Eighties”.

«Βρεθήκαμε να έχουμε στα χέρια μας το “Love Like Blood” που έδειχνε να είναι χιτ», δήλωσε ο Chris Kimsey σε μια συνέντευξη, «αν και το συγκρότημα δεν είχε πρόθεση να γίνει mainstream. Ηχογραφήσαμε το άλμπουμ Night Time στο Δυτικό Βερολίνο επειδή η ατμόσφαιρα της πόλης ήταν έντονα φορτισμένη και ο Jaz Coleman πίστευε πως όπου τα πράγματα δεν είναι καλά, η ενέργεια είναι πιο έντονη».

Το “Love Like Blood” κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο και έφτασε μέχρι το νούμερο 16 για να ακολουθήσει το άλμπουμ Night Time στα τέλη του Φλεβάρη με έναν πιο προσιτό, γυαλιστερό ήχο που θεωρείται πλέον κλασικός της δεκαετίας του 1980 και έτσι ο δίσκος κατάφερε να σκαρφαλώσει στο νούμερο 11 της Αγγλίας, στο 8 της Νέας Ζηλανδίας και στο 50 της Σουηδίας…

Συνεχίζεται…

ΠΗΓΗ: www.merlins.gr

Εύη Αλεξίου

Μουσική για τους αληθινούς εραστές της κι όχι τους... επιβήτορες της

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button