Γενικά

Η ιστορία μιας βραβευμένης γηπεδικής φωτογραφίας

Ο φωτογράφος Δημήτρης Τοσίδης μίλησε στο Κουτί της Πανδώρας για την εντυπωσιακή εικόνα του φλεγόμενου «Κλεάνθης Βικελίδης», η οποία κέρδισε βραβείο στα Siena Drone Photo Awards, καθώς και για τη δουλειά του αθλητικού φωτογράφου στην Ελλάδα.

Γράφει ο Θάνος Σαρρής:

«Το ποδόσφαιρο χωρίς τους οπαδούς είναι ένα τίποτα» έλεγε ο αείμνηστος Σκωτσέζος ποδοσφαιριστής και προπονητής, Τζοκ Στάιν, θέλοντας να αναδείξει τη σημασία του κόσμου για το όμορφο παιχνίδι. Ένα γήπεδο γεμάτο κόσμο, χρώματα και βοή χαρίζει εικόνες ονειρικές και γεννά μοναδικά συναισθήματα. Ακόμα και το άκουσμα ενός γεμάτου γηπέδου μοιάζει εντυπωσιακά ξένο στην εποχή του κορωνοϊού. Κι όμως, συνέβη λίγους μήνες πριν, μένοντας στην αιωνιότητα.

Ο Δημήτρης Τοσίδης είχε την έμπνευση να «σηκώσει» ένα drone και να περιμένει τους παίκτες του Άρη και του ΠΑΟΚ να εισέρχονται στον αγωνιστικό χώρο του «Κλεάνθης Βικελίδης» στις 4 Ιανουαρίου του 2020. Πέτυχε διάνα. Η αεροφωτογραφία του ταξίδεψε μακριά, έφτασε μέχρι τη Σιένα και τα Drone Photo Awards 2020, τα σημαντικότερα βραβεία στον κόσμο για  φωτογραφίες από αέρος. Ο αθλητισμός έχει τη δική του, ξεχωριστή κατηγορία και το «Κλεάνθης Βικελίδης» βρήκε θέση ανάμεσα στις πιο ξεχωριστές φωτογραφίες του αθλητικού κόσμου.

Ο Δημήτρης Τοσίδης, ο οποίος τράβηξε τη συγκεκριμένη φωτογραφία για λογαριασμό του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, καθώς και της ΠΑΕ Άρης διηγείται στο Κουτί της Πανδώρας την ιστορία του φλεγόμενου γηπέδου, αναπολεί τις μέρες των γεμάτων σταδίων και μιλάει για τα ζητήματα και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του αθλητικού φωτογράφου στην Ελλάδα.

Ποια είναι η ιστορία πίσω από τη βραβευμένη πανοραμική φωτογραφία στο γήπεδο του Άρη; Ήταν από την αρχή στο μυαλό σου να αποτυπώσεις τις κερκίδες να φλέγονται ή σήκωσες το drone χωρίς να περιμένεις κάτι τέτοιο;

«Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί κατά πολύ οι πυρσοί και τα καπνογόνα στα γήπεδα, λόγω αυστηρότερων κανονισμών και προστίμων, δυστυχώς και για εμάς τους φωτογράφους, αλλά και για την εικόνα των πετάλων στα ντέρμπι. Η αλήθεια είναι ότι τα καπνογόνα δίνουν μια εντυπωσιακή νότα στα γήπεδα, η οποία λείπει. Στο γήπεδο του Άρη, τα τελευταία έξι χρόνια, πέρα από το δεύτερο φιλικό με την Μπόκα Τζούνιορς, δεν θυμάμαι άλλη φορά καπνογόνα στις κερκίδες και αυτό το γήπεδο μας είχε συνηθίσει σε τέτοιες εικόνες. Έτσι, στις 4/1 του 2020 ετοιμαζόμουν για το ντέρμπι Άρης – ΠΑΟΚ, μην έχοντας κατά νου ότι έχει ετοιμαστεί κάτι τέτοιο από τους οπαδούς του Άρη. Μέχρι που κάποιος φίλος συνδεσμίτης του Άρη μου το… σφύριξε κάπως γενικόλογα, ότι κάτι μεγάλο ετοιμάζεται. Οπότε είπα να το ρισκάρω, και λέω ρισκάρω γιατί το τελευταίο πράγμα που έχει κάποιος φωτογράφος στο μυαλό του λίγα λεπτά πριν τη σέντρα σε ένα ντέρμπι είναι να πετάξει και να προσγειώσει ένα drone! Έγινε έξω από το γήπεδο, για περισσότερη ασφάλεια. Θυμάμαι ότι όταν είδα από πάνω το γεμάτο γήπεδο πριν ανάψουν οι πυρσοί φαινόταν σαν άδειο, ήταν λίγο απόκοσμο. Αποφάσισα να το κεντράρω τελείως, να βγει συμμετρικό το κάδρο. Και όταν εμφανίστηκαν οι ομάδες έβλεπα το μόνιτορ και δεν το πίστευα! Ήταν φοβερή και πρωτόγνωρη εικόνα να βλέπεις κάτι τέτοιο από αυτή τη γωνία λήψης. Δεν έκατσα να το χαρώ βέβαια, το προσγείωσα αμέσως στο γηπέδακι πίσω από το γήπεδο του Άρη και έτρεξα με όλη μου τη δύναμη, περνώντας πάνω από σώματα φιλάθλων, για να προλάβω να πάρω θέση πριν τη σέντρα, αλλιώς θα έμενα έξω μέχρι το ημίχρονο».

Υπάρχουν φορές που η κερκίδα δίνει μεγαλύτερη έμπνευση από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές;

«Υπάρχουν, βέβαια, γιατί πιστεύω ότι πρωταγωνιστής στο ποδόσφαιρο είναι ο κόσμος. Οι παίκτες και οι προπονητές πάνε κι έρχονται, είναι περαστικοί. Ο κόσμος όμως παραμένει και αποτελεί και το σημείο αναφοράς της κάθε ομάδας με την ξεχωριστή κουλτούρα και γνωρίσματα που αναπτύσσονται μέσα στις κερκίδες και στις γειτονιές. Για παράδειγμα υπάρχει μια φωτογραφία του συνάδελφου Γιάννη Μωυσιάδη από έναν μεσήλικα φίλαθλο του ΠΑΟΚ που κλαίει στα κάγκελα μετά το ματς με τον ΟΣΦΠ τη χρονιά που πήρε η ομάδα του το πρωτάθλημα. Πιστεύω ότι αυτή η φωτογραφία είναι η πιο αντιπροσωπευτική εκείνης της χρονιάς και δεν αφορά παίκτη».


Πώς είναι για εσάς τα άδεια γήπεδα λόγω της πανδημίας;

«Από τη μία μας έχει βολέψει, γιατί έχει γίνει πιο εύκολη η δουλειά μας. Παρκάρω ακριβώς απ’ έξω, δεν πέφτουν στα κεφάλια μας κέρματα και φτυσιές (γέλια), αλλά σοβαρά τώρα: Είναι σαν να φωτογραφίζω άλλο άθλημα. Ακόμα και τα ντέρμπι είναι κάπως νωχελικά και αθόρυβα και πιστεύω ότι αυτό δεν αρέσει σε κανέναν. Ειδικά αν συνεχιστεί για καιρό θα είναι πολύ κακό, γιατί το άθλημα θα χάσει το νόημά του. Μου έχει τύχει να χάσω γκολ γιατί μερικές φορές όταν έχω το κεφάλι σκυμμένο στο λάπτοπ για να στείλω εικόνες, καταλαβαίνω από τον ήχο της κερκίδας πότε κάνει επίθεση μια ομάδα ή αν γενικά συμβαίνει κάτι σημαντικό. Οπότε ακόμα και τα γκολ έγιναν αθόρυβα…».

Πόσο εύκολο είναι να αποτυπώσεις στον φακό ωραίες στιγμές της κερκίδας; Σας αντιμετωπίζουν με καχυποψία οι οπαδοί; 

«Μερικές φορές ναι, μερικές φορές όχι. Έγκειται στην εμπειρία του φωτορεπόρτερ το πώς θα αποτυπώσει μια στιγμή της κερκίδας, χωρίς να ερεθίσει την καχυποψία των οπαδών ή χωρίς να γίνει στόχος. Αλλά έχει να κάνει με τη συνεχή παρουσία στο γήπεδο, κάποια στιγμή υπάρχει μια οικειότητα με όλους και όλα, η οποία αφήνει και ένα περιθώριο να ρισκάρεις λίγο για να βγάλεις κάτι που θεωρείς σημαντικό εκείνη τη στιγμή. Αλλά υπάρχουν και στιγμές έντασης που εύχεσαι να γίνει η φωτογραφική μηχανή αόρατη και εσύ να τηλεμεταφερθείς κάπου αλλού για να γλιτώσεις (γέλια)». θυμάμαι την πρώτη φορά που μπήκα σε γήπεδο ως φωτογράφος, το 2013. Μέχρι τότε πήγαινα ως φίλαθλος. Είχαν την αίσθηση ότι όλοι κοιτούσαν εμένα, ο αγωνιστικός χώρος μου φαινόταν ξένος σε σχέση με τις κερκίδες, αλλά νομίζω προσαρμόστηκα γρήγορα».

Πώς αλλάζει τη φύση τη δουλειά σας η είσοδος των drone και άλλων εργαλείων;

«Είναι γεγονός ότι η τεχνολογία έχει εξελιχθεί πολύ και μια εικόνα φωτογράφου με drone ίσως φάνταζε απίστευτη πριν από μερικά χρόνια. Θυμάμαι κάπου στο 2009 που ένας γνωστός αεροπτεριστής είχε πετάξει με ανεμόπτερο πάνω από το Καυτανζόγλειο σε ένα ντέρμπι και έβγαλε κάποιες εναέριες εικόνες που έκαναν πάταγο τότε. Σίγουρα αυτά τα εργαλεία δίνουν την ευκαιρία να δοκιμάζουμε καινούργιες γωνίες λήψης και διαφορετικές εικόνες. Αλλά η αλήθεια είναι πως μια καθαρή ποδοσφαιρική εικόνα, όπως είναι ένας πανηγυρισμός γκολ, ο οποίος θα κοσμεί και τη Δευτέρα τα αθλητικά πρωτοσέλιδα, νομίζω πως θα παραμείνει για πάντα η πιο σημαντική φωτογραφία ενός αγώνα. Ακόμα και δέκα χιλιάδες drone να πετούν, αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Ίσως είναι και δικλίδα ασφαλείας για το μέλλον της δουλειάς μας».

Έχεις αισθανθεί κίνδυνο; Ποια ήταν η πιο δύσκολη μέρα στη δουλειά σε ελληνικό γήπεδο;

«Αρκετές φορές, όπως μπορείς να φανταστείς, γνωρίζοντας το ελληνικό ποδοσφαιρικό τοπίο! Η αλήθεια είναι ότι της περισσότερες φορές που αισθάνθηκα άμεσο κίνδυνο για τη σωματική μου ακεραιότητα ήταν σε άλλα αθλήματα, όπως το βόλεϊ και το χάντμπολ, που τα μέτρα ασφαλείας είναι πολύ χαλαρά και τα επεισόδια συχνά. Έχω δηλαδή στο βιογραφικό μου τρεις περιπτώσεις που πραγματικά είχα… Άγιο και την γλίτωσα. Χωρίς κάποια αφορμή, εννοείται. Γιατί εμείς οι φωτογράφοι συνήθως είμαστε ο πιο εύκολος στόχος για κάποιον ανεγκέφαλο. Είμαστε δυσκίνητοι και απροστάτευτοι, ενώ συνήθως προτεραιότητά μας είναι να προστατεύσουμε τον εξοπλισμό μας. Επίσης, δύσκολες μέρες είναι και αυτές με βροχή και κρύο, καθώς σε αντίθεση με όλους τους άλλους εμείς είμαστε οι μόνοι που καθόμαστε ακίνητοι και εκτεθειμένοι στις συνθήκες, έχοντας παράλληλα και την υποχρέωση να δουλεύουμε στο λάπτοπ και να κρατάμε 2-3 μηχανές, προσπαθώντας να μείνουμε στεγνοί».

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν αθλητικό φωτογράφο;

«Ο αθλητικός φωτογράφος καλείται να είναι ενημερωμένος για οποιοδήποτε άθλημα, διοργάνωση και ομάδα καλύπτει. Πρέπει να γνωρίζει παίκτες, κανόνες, πρόσωπα, να προβλέπει το κλίμα κ.ο.κ. Ειδικά στην Ελλάδα, που ο αθλητικός τύπος είναι μια σημαντική μερίδα της αγοράς, σε σύγκριση ακόμα και με ποδοσφαιρικά προηγμένες χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, ο αθλητικός φωτογράφος έχει πολύ περισσότερη δουλειά σε σχέση με έναν Ισπανό συνάδελφό του για παράδειγμα, γιατί τους αναγνώστες δεν τους ενδιαφέρει μόνο το αγωνιστικό ρεπορτάζ, αλλά και το παρασκήνιο, το ποιος γνωστός ήταν στα επίσημα, η κερκίδα, το pregame, η προετοιμασία των ομάδων, οι εντάσεις κ.ο.κ. Επίσης, ο εξοπλισμός είναι βασικό κριτήριο στην αθλητική φωτογραφία σε σχέση με το πολιτικό ή κοινωνικό ρεπορτάζ και είναι πανάκριβος».

Τι είδους ιστορίες θέλεις να διηγείσαι μέσα από τις φωτογραφίες σου;

«Στη δουλειά μας δεν μπορούμε ή δεν έχουμε το χρόνο να επιλέγουμε εμείς τι ιστορίες θα διηγηθούμε. Έχουμε ένα αστείο που λέμε, ότι η Ελλάδα παράγει περισσότερα νέα από όσα μπορεί να καταναλώσει. Δηλαδή κατά πολύ μεγάλο ποσοστό παίζει στα διεθνή Μέσα για διάφορους λόγους. Η οικονομική κρίση, η προσφυγική κρίση, ακόμα και στον αθλητισμό, τα επεισόδια που γίνονται κατά καιρούς ή διάφορα άλλα highlight απασχολούν τα διεθνή Μέσα. Η δουλειά μας λοιπόν, ως φωτορεπόρτερ, είναι τόσο μεγάλη που σπάνια έχουμε το χρόνο να διηγηθούμε δικές μας ιστορίες ή να κάνουμε κάτι πιο προσωπικό. Όταν έχω χρόνο το κάνω, ασχολούμαι πολύ με εθνογραφικά στοιχεία και λαογραφία, επιλέγω να πιάνω προσωπικότητες  που θεωρούνται πιο outsider. Δηλαδή τώρα τελευταία κάνω ένα πρότζεκτ με βοσκούς. Πολύ πιο ταπεινές ανθρώπινες ιστορίες, με ανθρώπους που δεν έχουν κάποιο ρόλο στην επικαιρότητα όπως την εννοούμε στον Τύπο».

Πώς διαμορφώνεται η δουλειά σας στην εποχή των Social Media και της ασέβειας στα πνευματικά δικαιώματα των φωτογραφιών;

«Εγώ είμαι σχετικά νέος στο επάγγελμα, ξεκίνησα να δουλεύω το 2013 οπότε θέλω να πιστεύω ότι ανήκω στη νέα γενιά. Έχουμε παραλάβει μια ήδη διαμορφωμένη κατάσταση με τα Social Media, οπότε έχω μάθει να επιβιώνω μέσα σε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι παρόλο που η φωτογραφία δείχνει να έχει πιο πολλή δύναμη πλέον, αυτό είναι αντιστρόφως ανάλογο ως προς το επάγγελμά μας. Γιατί όταν προβάλλεται τόσο πολύ κάτι δεν σημαίνει ότι έχει τον ανάλογο αντίκτυπο για τον δημιουργό της. Μέσα στο χάος του share και του viral ο δημιουργός συνήθως χάνεται, γίνεται ανώνυμος. Όποιος και να είναι. Οπότε, κάπως έχει εκπέσει το επάγγελμα σε πολλούς τομείς, αλλά παρόλα αυτά επιβιώνει γιατί πάντα θα υπάρχει ανάγκη για μια φωτογραφία ντοκουμέντο, είτε είναι πολιτικού περιεχομένου, είτε είναι αθλητικού. Και όπως είπαμε και πριν, η αθλητική φωτογραφία κρατά τους φωτορεπόρτερ γιατί για να βγάλει κάποιος μια φωτογραφία πρέπει να έχει τον κατάλληλο εξοπλισμό, την κατάλληλη γνώση. Οπότε είναι από αυτά που δεν θα εκλείψουν γιατί πολύ δύσκολα θα αντικατασταθούν από κινητά ή άλλες μορφές τεχνολογίες. Επίσης, φαίνεται ότι δεν υπάρχει συνέχεια. Πολλές φορές ψάχνουμε κάποιον νεότερο σε ηλικία για να δουλέψει και ενώ πιο παλιά, όταν ήμουν και εγώ πιο νέος, υπήρχαμε πάρα πολλοί που βγαίναμε στο δρόμο, με τις πορείες και την κρίση τότε, να φωτογραφίσουμε ερασιτεχνικά. Πλέον αυτό δεν υπάρχει τόσο. Νομίζω ότι η νέα γενιά ίσως κλίνει προς άλλες μορφές φωτογραφικής έκφρασης και όχι προς το φωτορεπορτάζ και δεν μπορώ να το εξηγήσω».

Πέραν του αθλητικού, συνεργάζεσαι σε πρότζεκτς που αφορούν άλλα ζητήματα, κυρίως κοινωνικά, όπως το μεταναστευτικό. Ποια δουλειά σου έχει μείνει περισσότερο χαραγμένη στη μνήμη;

«Μια δουλειά συγκεκριμένη δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Ίσως όλη το πρότζεκτ πάνω στο προσφυγικό, γιατί στην ουσία συνδέεται με την αρχή της επαγγελματικής μου πορείας. Από όταν ξεκίνησα να δουλεύω, το 2013, οι πρώτες μου εικόνες ήταν από την Ειδομένη, πολύ πριν γίνει η μεγάλη κρίση εκεί. Συνεχίζω μέχρι σήμερα, καθώς πριν μερικές μέρες ήμουν στη Λέσβο για τη μεγάλη φωτιά στη Μόρια. Νομίζω ότι είναι μια δουλειά σε εξέλιξη και την ξεχωρίζω. Το έχω ακολουθήσει και σε πολλές μορφές του, από τα καμπ, τις θάλασσες ,τα χωράφια, τα Βαλκάνια, τα σύνορα. Θεωρώ ότι έχω μια ολοκληρωμένη δουλειά. Αν μπορούσα να ξεχωρίσω κάτι πιο συγκεκριμένο από το προσφυγικό, θα ήταν η περίοδος της Ειδομένης, την οποία εδώ στη Βόρεια Ελλάδα την βιώσαμε πολύ πιο έντονα. Ήταν μια πρωτόγνωρη κατάσταση για όλους μας».

Ποια είναι η ωραιότερη φωτογραφία που δεν τράβηξες ακόμα;

«Πολύ δύσκολο να το απαντήσω. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αρκετές ιστορίες που είδα και δεν κατάφερα να τραβήξω. Χάθηκαν. Γιατί η φωτογραφία είναι μια στιγμή και η στιγμή δεν αναβάλλεται. Αυτό έλεγε πάντα ο πρώην εργοδότης μου. Μπορείς να αναβάλεις τα πάντα, ακόμα και τον γάμο σου, αλλά δεν μπορείς να αναβάλεις μια φωτογραφία. Γιατί η στιγμή που είδες δεν πρόκειται να επαναληφθεί ποτέ ακριβώς ίδια. Ίσως μια συγκεκριμένη που θα μπορούσα να απομονώσω, η οποία δεν έχει να κάνει με αθλητικό ρεπορτάζ, ήταν την περίοδο του δημοψηφίσματος. Ήταν την ημέρα μετά τα αποτελέσματα και πριν έρθει το νέο μνημόνιο. Γυρνούσα σπίτι από πορεία και περνώντας έξω από ένα εκκλησάκι στο κέντρο γυρνάω και βλέπω έναν ηλικιωμένο, ο οποίος μάλλον μόλις είχε ανάψει ένα κερί και έκανε κίνηση να φιλήσει την εικόνα. Την ώρα εκείνη έσκυψε και σωριάστηκε ολόκληρος πάνω της, σαν να πήγε να την αγκαλιάσει με κάποιον τρόπο. Ήταν και ο φωτισμός περίεργος με τα κεριά, ήταν και η όλη κατάσταση περίεργη… Μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό έπρεπε να το φωτογραφίσω γιατί ήταν μια πολύ δυνατή εικόνα της κρίσης μέσα από την κοινωνία αυτή καθεαυτή».

ΠΗΓΗ: Κουτί της Πανδώρας

YellowRadio.gr

Το ειδησεογραφικό Site για τους Αρειανούς. Από οπαδούς για οπαδούς!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button